Κυριακή, 18 Ιουλίου 2010

Ταξιδεύοντας στον χρόνο... με τον ΟΣΕ


Πάτρα - Καλαμάτα πέντε ώρες με το τρένο, με συνεχείς στάσεις κάθε πέντε ή δέκα λεπτά σε σταθμούς που μαραζώνουν
Σε πέντε ώρες ως γνωστόν φτάνεις από Αθήνα Θεσσαλονίκη με το αυτοκίνητο, ενώ με το αεροπλάνο, ποιος σε πιάνει, στον ίδιο χρόνο πετάς ώς το Ντουμπάι κι ακόμα παραπέρα. Το πιθανότερο είναι ότι δεν το γνωρίζετε (και δικαίως εδώ που τα λέμε), αλλά στην περίεργη αυτή μικρή μας χώρα τόση ώρα θες για να ταξιδέψεις από την Πάτρα ώς την Καλαμάτα με το τρένο...Δεν είναι αυτό πάντως που με βασανίζει περισσότερο μετά την πρόσφατη σιδηροδρομική μου τουρνέ στην Πελοπόννησο. Αυτό που δεν μ’ αφήνει να ησυχάσω είναι το πώς γίνεται και περάσαμε δύο φορές από το Καλόνερο, αλλά και πώς στο καλό οι ξένοι επιβάτες κατόρθωσαν να επιβιβαστούν σε αυτό το τρένο!Δυο μέρες στα τηλέφωνα και άκρη δεν είχα βρει για το πώς κανείς ταξιδεύει από την Αθήνα στην Καλαμάτα με τον ΟΣΕ. Ενας καλός κύριος τελικά από τα εκδοτήρια της Καλαμάτας με ενημέρωσε ότι «δεν συνδέεται κυρία μου η Αθήνα με την Καλαμάτα!», αλλά και ότι «τι δεν καταλαβαίνετε; 6.30 το πρωί και 1.30 το μεσημέρι φεύγει το τρένο από Πάτρα για Καλαμάτα και τις ίδιες ώρες από Καλαμάτα για Πάτρα. Πώς δεν μπορείς να επιστρέψεις αυθημερόν! Πας με το πρωινό, κάθεσαι δυο ώρες στην Πάτρα, κάνεις τις δουλειές σου και γυρνάς με των 1.30...» (Κατάκοπος προφανώς, μιας και θα ’χεις περάσει δέκα ώρες σ’ ένα τρένο.)Ακόμα και όταν βρέθηκα στον σιδηροδρομικό σταθμό της Πάτρας (της τρίτης μεγαλύτερης πόλης της Ελλάδας!), δεν ήμουν βέβαιη ότι το τρένο θα φύγει πράγματι την ώρα που είχα υπολογίσει (στη 1.30 μ. μ.). Ο ηλεκτρονικός πίνακας πάνω από τα εκδοτήρια έδειχνε τελείως διαφορετικά δρομολόγια. «Με συγχωρείτε, έχει πράγματι δρομολόγιο για Καλαμάτα και το απόγευμα;» ρώτησα στις «Πληροφορίες / Information». «Οχι». «Αυτό γράφει πάντως ο πίνακας». «Μην ασχολείσαι με τον πίνακα...» Εγώ σταμάτησα να ασχολούμαι, όχι όμως και ένα νεαρό ζευγάρι Ολλανδών που τον κοιτούσαν προσπαθώντας να βγάλουν άκρη (και σωστά εισιτήρια). Αφού τους μετέφρασα το «μην ασχολείσαι» (ήταν αδύνατον να συνεννοηθούν με τους υπαλλήλους στα εκδοτήρια - σε καμία γλώσσα), πλήρωσα τα 6,60 ευρώ για το δικό μου εισιτήριο και κατευθύνθηκα στην αποβάθρα...
Για καφέ και νερό στον Πύργο!
Ηταν ένα ωραίο μεσημεράκι και, να πούμε την αλήθεια, μια διαδρομή με το τρένο δεν ήταν και ό,τι χειρότερο μπορούσε να σου συμβεί. Στις 13.36 ακριβώς, το τρένο αναχώρησε. Πέντε βαγόνια είχε όλα κι όλα η αμαξοστοιχία, που φαινόταν ότι είχε περάσει προ πολλού τα χρόνια της πρώτης νιότης της. Οι θέσεις πάντως ήταν σχετικά άνετες και ο κόσμος ήταν λιγοστός – όλα προδιέθεταν για ένα ήσυχο ταξίδι. Την ευτυχία θα συμπλήρωνε ένας καφές. «Δεν έχει μπαρ;», ρώτησα έντρομη, αν και δεν πρέπει να αφήνεις να φαίνονται οι αδυναμίες σου. «Δυστυχώς», απάντησε ο ευγενέστατος ελεγκτής. «Θα σας πρότεινα, όταν φτάσουμε Πύργο, να τρέξετε έξω να πάρετε καφέ και να γυρίσετε. Και νερό!». Ας είναι... Αλλά μια στιγμή... Ακόμα δεν ξεκινήσαμε και σταματάμε; Πράγματι, στις 13.40, το τρένο κόβει ταχύτητα και σταματά. Επιβιβάζεται κάποιος από τον δρόμο. «Τελικά θα είναι μακρύ το ταξίδι», σκέφτομαι, παίρνοντας πιο αναπαυτική στάση στη θέση μου. Μακρύ και δύσκολο... Με τη βουβουζέλα να ηχεί ακόμα στα αυτιά μου από τον τελικό του Μουντιάλ, δεν αντιλήφθηκα αμέσως ότι το τρένο έβγαζε έναν παρόμοιο ήχο. Από τα πρώτα λεπτά του ταξιδιού, ο μηχανοδηγός είχε το χέρι κολλημένο στην κόρνα. Καθώς το τρένο περνούσε μέσα από κατοικημένες περιοχές, ήταν προφανώς μια προσπάθεια να αποφύγει κάποιο ατύχημα. Το βάρος ήταν μεγάλο. Στις πέντε ώρες του ταξιδιού, ζήτημα να συναντήσαμε δυο-τρεις διαβάσεις με κατεβασμένες τις μπάρες (φυλασσόμενη διάβαση ούτε για δείγμα). Τι να κάνει λοιπόν κι ο οδηγός, κόρνα και άγιος ο Θεός. (Χαλάλι και ο πονοκέφαλος αν πρόκειται να σωθούν ζωές!) Από την άλλη βέβαια, οι πιθανότητες σοβαρού ατυχήματος με τέτοιες ταχύτητες είναι μάλλον μικρές. Το τρένο θα μπορούσε να φέρει την ένδειξη «Προσοχή: Συχνές Στάσεις». Δεν αφήσαμε σταθμό για σταθμό χωρίς να τον τιμήσουμε. Στις 14.03 σταματήσαμε στον Σταθμό Αχαΐα (εισήλθαν τρεις τουρίστες), στις 14.24 στη Νέα Μανωλάδα, στις 14.27 στη Βάρδα (όπου και το φοβερό γκραφίτι στον τοίχο του σταθμού: «15 χρόνια Varda Club 7»), στις 14.40 στα Λεχαινά, στις 14.44 στο... πουθενά (κάποιος φόρτωσε κάτι στην αμαξοστοιχία), στις 14.48 στα Καβάσιλα, στις 14.52 στη Γαστούνη, στις 14.58 στον Αμπελόκαμπο... Πώς να μην κάνουμε πέντε ώρες μέχρι την Καλαμάτα... Οση (πολλή) ώρα διασχίζουμε την Ηλεία, σκεφτόμαστε διάφορα. Οπως το οξύμωρο ότι αυτοί οι πέτρινοι σιδηροδρομικοί σταθμοί, που σήμερα μαραζώνουν, φέρουν σπασμένα τζάμια και χειρόγραφες ανακοινώσεις στους τοίχους (πάντα στα ελληνικά), είναι από τα ελάχιστα εναπομείναντα παραδοσιακά κτίσματα στα αντίστοιχα χωριά. Σε πολλές περιπτώσεις, εάν δεν ήταν κάποιος επιβάτης να περιμένει στωικά σε παγκάκι της αποβάθρας, οι σταθμοί θα έμοιαζαν έρημοι. Τέτοια η εγκατάλειψη, που φτάνοντας στον σταθμό της Αμαλιάδας (στις 15.03) νομίζαμε ότι φτάσαμε στον Grand Central.
Με όπισθεν ξανά στο Καλόνερο
Λίγο μετά τις 3 μ.μ., οι περισσότεροι από τους λιγοστούς επιβάτες του τρένου έχουν παραδοθεί στον ύπνο. Το πέρα-δώθε του βαγονιού που ισορροπεί πάνω στις ράγες μάς έχει νανουρίσει και αν δεν ήταν και η γλυκιά κυρία με το CIF και τη σακούλα σκουπιδιών να θέλει να κάνει το βαγόνι να λάμπει, ο Μορφέας θα μας είχε αγκαλιάσει όλους. Αλλά στις 15.27, στα όπλα! «Αφιξη στον Πύργο». Σαν ελατήρια, επιβάτες πετάγονται έξω είτε για τσιγάρο είτε για φραπέ / νερό. Το ζευγάρι των Ολλανδών που είχαν επιβιβαστεί τελικά στο ίδιο τρένο, εξέρχονται με τις αποσκευές τους. Ολη την προηγούμενη ώρα συμβουλεύονταν έναν οδηγό της Πελοποννήσου. Ποιος ξέρει πού κατευθύνονταν... Κατεβαίνοντας από το βαγόνι, πλησίασαν έναν πίνακα ανακοινώσεων του σταθμού του Πύργου. Τους παρατηρούσα να προσπαθούν να βγάλουν νόημα από το χαρτί μπροστά τους. Κανείς δεν βρέθηκε να τους ειδοποιήσει ότι κοιτούσαν τις «Αφίξεις Αμαξοστοιχιών». Στις 15.32 αφήναμε πίσω μας τον Πύργο. Τρεις ωρίτσες ακόμα... Στις 15.41 κάνουμε στάση στον Αλφειό. Λίγα λεπτά αργότερα, το τρένο διασχίζει το ποτάμι μέσω της εντυπωσιακής σιδηροδρομικής γέφυρας (που ωστόσο κάνει τον ανυποψίαστο επιβάτη να λαχταρήσει εάν κοιτάξει από το παράθυρο). Στις 15.49 φτάνουμε στον σταθμό του Επιτάλιου, έναν ακόμη εντυπωσιακό πλην όμως υπό κατάρρευση σταθμό, όπου κατεβαίνει μια επιβάτις και δεν εισέρχεται κανένας... Σε περίπου 20 λεπτά φτάνουμε στον Καϊάφα, ένα μέρος εκπληκτικής ομορφιάς - αμμόλοφοι, δέντρα, νερά. «Κοίτα να δεις...» Επειτα από μια στάση για αδιευκρίνιστους λόγους λίγο μετά τις 16.30, σταματάμε στον σταθμό Καλόνερο. Εχοντας μπει πια στη Μεσσηνία, το ηθικό έχει αναπτερωθεί. Στις 16.50 φτάνουμε στην Κυπαρισσία. Εχουμε μπει στην τελική ευθεία! Ομως, μια στιγμή, γιατί το τρένο πάει προς τα πίσω; Πράγματι, αντί για εμπρός πηγαίνουμε όπισθεν ολοταχώς, γεγονός που ωστόσο δεν φαίνεται να ταράζει ιδιαίτερα τους υπόλοιπους επιβάτες. Σαν κρούσμα dj‡ vu, βρισκόμαστε και πάλι στο Καλόνερο, όπου αυτή τη φορά επιβιβάζεται μια παρέα μαθητών, που φορούν μαγιό. Επιστρέφουμε Πάτρα; Χανόμαστε στον χωροχρόνο; Ποιος ξέρει... Τουλάχιστον τα παιδιά ζωντανεύουν λίγο το βαγόνι μας. Στις 17.27, το γεγονός ότι σταματάμε σε νέο σταθμό («Κοπανάκιον»), μας δείχνει ότι συνεχίζουμε την πορεία μας προς Καλαμάτα, αλλά και ότι έχουμε επιβιβαστεί στην οτομοτρίς. Σταματάμε κάθε τρεις και λίγο. Στις 17.35 στο Δώριον, στις 17.45 στην Καλλιρρόη, στις 17.48 στο Ζευγολατιό, στις 17.57 στη Σκάλα. Μετά τον Πύργο, οι στάσεις αναγγέλλονται από τον οδηγό, αλλά το μεγάφωνο είναι τόσο «μπουκωμένο» που δεν καταλαβαίνεις λέξη. Το μυαλό πάει πάλι στους τουρίστες. Από την άλλη, από την αρχή του ταξιδιού είχε γίνει φανερό: κανείς δεν περιμένει τουρίστες εδώ...
18.30 ακριβώς, άφιξη στην Καλαμάτα.
Της Λινας Γιανναρου  στην «Καθημερινή»