Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2012

Εφεδρεία. Δικαίωση εργαζομένων του ΟΣΚ από το Μονομελές Πρωτοδικείο

Με προσωρινές διαταγές που εξέδωσε το Μονομελές Πρωτοδικείο της Αθήνας, δικαιώνει δέκα εργαζομένους του ΟΣΚ που πρόσφατα μπήκαν στο καθεστώς της εργασιακής εφεδρείας, λόγω συγχώνευσης του Οργανισμού με τη Θέμις Κατασκευαστική και τη ΔΕΠΑΝΟΠ.
Το Πρωτοδικείο με την απόφασή του διατάσσει την παραμονή τους στην υπηρεσία τους αλλά και την καταβολή των κανονικών αποδοχών τους έως ότου συζητηθεί η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που έχουν καταθέσει. Μέχρι στιγμής υπολογίζεται ότι περισσότερες από δέκα ανάλογες προσωρινές διαταγές έχουν κερδίσει εργαζόμενοι, δείχνοντας ένα διαφορετικό κλίμα που υπάρχει σε κάποιες περιπτώσεις στα δικαστήρια α’ βαθμού.

Παρότι η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας που είχε κρίνει συνταγματικό το μέτρο της εφεδρείας δεν αφήνει πολλά περιθώρια, αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον οι προσωρινές αυτές διαταγές και πολύ περισσότερο οι επισημάνσεις του προέδρου Πρωτοδικών.

Σύμφωνα με πληροφορίες, στο σκεπτικό του, υιοθετεί πλήρως τις αιτιάσεις των εργαζομένων, τονίζοντας ότι το μέτρο της εφεδρείας αντίκειται στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παραβιάζοντας την Οδηγία 77/187, που απαγορεύει τις απολύσεις λόγω μεταβίβασης-συγχώνευσης της επιχείρησης, αλλά και την Οδηγία 98/59, που ρυθμίζει τις ομαδικές απολύσεις εργαζομένων, θέτοντας ως όριο το 5% του προσωπικού και μέχρι 30 άτομα κατ’ ανώτατο όριο.

Οι εργαζόμενοι, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους είναι νεαρής ηλικίας, έλαβαν τον περασμένο Ιανουάριο αντίγραφο της απόφασης να τεθούν σε καθεστώς εφεδρείας και αποφάσισαν να προσφύγουν ομαδικά στη Δικαιοσύνη. Είχαν προσληφθεί στους υπό κατάργηση οργανισμούς από το 1997 έως και το 2005, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Στις προσφυγές τους επισημαίνουν μεταξύ άλλων πως «στην πραγματικότητα η διαδικασία της εργασιακής εφεδρείας, η οποία δεν έχει σκοπό την απασχόληση του εργαζομένου μετά τη λήξη της αλλά την απόλυσή του, αποτελεί μια ενιαία διαδικασία απόλυσης, η οποία μάλιστα διαμορφώνεται με πολύ δυσμενέστερους όρους από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας στο κοινό εργατικό δίκαιο».