Σάββατο, 23 Αυγούστου 2014

Το λάστιχο που ζωντάνεψε

«Σ.Ν» Τι σχέση έχει ο τίτλος του άρθρου με τα τρένα; Διαβάστε το περισπούδαστο άρθρο και θα καταλάβετε…

Της ΣΟΦΙΑΣ ΦΙΛΙΠΠΙΔΟΥ

Επέλεξα τον Δεκαπενταύγουστο για να επιστρέψω με το τρένο στην Αθήνα από τη Θεσσαλονίκη. Στο μακρύ βαγόνι ήμασταν δέκα όλα κι όλα άτομα και μπορώ να πω πως βρήκα την ησυχία μου. Τα άδεια καθίσματα (που είχα την ευκαιρία να κοιτάξω καλύτερα) ήταν όλα λεκιασμένα, όπως και το δικό μου άλλωστε, υποθέτω από καφέδες, λάδια, αναψυκτικά, και οι τουαλέτες είχαν τη χαρακτηριστική οξεία μυρωδιά των δημόσιων ουρητηρίων και ρυπαρή βρομιά παντού στις γωνίες και στο πάτωμα.

Η αμαξοστοιχία σταμάτησε στον Δομοκό για να αλλάξει μηχανή... και έκανε καμιά εικοσαριά στάσεις, σχεδόν σαν λεωφορείο της γραμμής Σύνταγμα - Κάτω Πατήσια... Εξω από τα θαμπά παράθυρα ο ελληνικός κάμπος με τα οργωμένα χωράφια απλωνόταν καθησυχαστικά άδειος από ανθρώπους και ζώα... τα βουνά ήταν στη θέση τους αγέρωχα και σαν ακατοίκητα τα χωριά με τα κλειστά παντζούρια και τα μπάρμπεκιου στις αυλές να ψήνονταν στον καύσωνα...

Οι επαρχιακοί σταθμοί (μικρά «μνημεία» άλλης εποχής), με ξάφνιαζαν με τα τοπωνύμια, τους χορταριασμένους κήπους, τα ψηλά κυπαρίσσια και τις ανέραστες βρυσούλες τους.

Διάβασα τις «Σαββατοκυριακάτικες» εφημερίδες χωρίς να διασπώμαι από κομπολόγια, κινητά και ασυνάρτητα λόγια: άντε να μην ανοίξω το στόμα μου. Ποτέ δεν κατάλαβα τι άλλο ακόμη θα μας πουν αυτοί που απειλούν εδώ και εκεί ότι θα ανοίξουν το στόμα τους... όσο για μένα, δεν μπορούσα να βγάλω απ' το μυαλό μου την εικόνα του χαρισματικού και πολυτάλαντου Ρόμπιν Γουίλιαμς, όταν έφτασα στο άρθρο της Ρούλας Γεωργακοπούλου «όταν ήμουν βάτραχος», που αναφερόταν στην «άγνωστη ασθένεια» και στα χαρίσματα των ανθρώπων με κατάθλιψη, «που στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ένα απεγνωσμένο by pass, μια αυτοσχέδια παράκαμψη του ψυχικού πόνου» και «είδα» φευγαλέα το μελανιασμένο από ασφυξία σώμα του αυτόχειρα και τις «φωτεινές» του παρακάμψεις ακόμα να εκπέμπουν «βοήθεια».

Γύρισα αμέσως σελίδα και προσπάθησα να βρω καμιά τρύπα να κοιτάξω μέσα στον αινιγματικό τάφο της Αμφίπολης, που ανακάλυψε η «αρχαιολογική σκαπάνη» (η έκφραση μου φέρνει ρίγη σαν γρατζουνιά κιμωλίας σε μαυροπίνακα): Μαύρο σκοτάδι και μέσα στον τάφο, που αχ και να είναι ασύλητος... και με τούτα και με τ' άλλα και χωρίς πρόσβαση στο Ιντερνετ, κάποτε έφτασα στην Αθήνα.

Ενα παλιό σαραβαλιασμένο ταξί με πήγε σπίτι, ανέβηκα με τις βαλίτσες από τη σκάλα (να μην τα ξαναλέμε πώς και γιατί)... βρήκα τα ωραία φουντωτά και καταπράσινα φυτά μου, τη γάτα μας και τον φίλο μου να με περιμένουν χωρίς πολλά πολλά, πρόσεξα πως η «αρχαία» μου φτέρη και το άγριο σπαράγγι αναπτύχθηκαν τόσο και συμπλέχτηκαν σε ερωτικό εναγκαλισμό φτιάχνοντας αψίδα που μου κρύβει τον μικρό οπτικό διάδρομο προς την Ακρόπολη και αποφάσισα πως θέλουν γερό κλάδεμα. Αδειασα τις τσάντες, τακτοποίησα με επιμέλεια κυρίως τα βιβλία και τα γραπτά... έβαλα πλυντήρια, είδα τις αναρτήσεις των φίλων στο Facebook, «στάθηκα» στη φίλη μου Πόλυ Χατζημανωλάκη και στο αριστουργηματικό οδοιπορικό της στη Σκιάθο, διάβασα το «ρεμβασμό του Δεκαπενταύγουστο» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και την αναφορά της ιδίας στον Θεόδωρο Β' Λάσκαρι: ένας τυραννισμένος τύραννος ζητά παρηγοριά για τα βάσανα και τις κακώσεις της ψυχής του... και άθελά μου, όντας πολύ κουρασμένη, αποκοιμήθηκα.

Στον εφιάλτη μου ένα μακρύ «έξυπνο» λάστιχο ποτίσματος ξετυλίχθηκε μόνο του και διαπέρασε όλες τις «έξυπνες» σίτες, καταβρόχθισε χιλιάδες μαγνητάκια, σύρθηκε ανάμεσα από τα αντικολλητικά τηγάνια και μέσω των τρυπών των χειροκίνητων μακαρονομηχανών πέρασε από τα επιμεταλλωμένα δαχτυλίδια, περιτυλίχθηκε και έσφιξε μέχρι πνιγμού μαύρους μικροπωλητές, που πουλούσαν απομιμήσεις στα πεζοδρόμια, κουλιουριάστηκε στις ανοξείδωτες χύτρες, έγλειψε με την πριονωτή διχάλα της πράσινης γλώσσας του όλα τα πρωινά δωδεκάποντα κι όλους τους αναποδογυρισμένους κώλους κάτω από τις χαβανέζικες ομπρέλες και μετά σύρθηκε στην άμμο και ζάρωσε μέσα στον θρυμματισμένο πάγο για τα μοχίτο σε μπιτς μπαρ των καταγάλανων Κυκλάδων.

Πετάχτηκα από το κρεβάτι μου. Ο ανεμιστήρας οροφής έσταζε δάκρυα! Ετρεξα στο μπαλκόνι, άρπαξα το κλαδευτήρι και άρχισα να κλαδεύω τα αναρριχώμενα, τις παρακάμψεις όλες, και το σπαράγγι, και τη φτέρη, και τον υδρόβιο πάπυρο και όσα πάνε να με πνίξουν με την «ευφορία» τους. Ακουσα την Αθήνα άδεια και μόνο ένας «φευγάτος» ελεύθερος γύφτος με την ντουντούκα στη διαπασών «τραγουδούσε»: όλα τα παλιά αγοράζω, παλιά κομοδίνα... καρδιοχτύπια... παλιά κρεβάτια... καθαρίζω αποθήκες... μπαλκόνια... παλιά σίδερα αγοράζω... παλιά όνειρα! Οοουου παλιατζής!

enet.gr