Δευτέρα, 6 Σεπτεμβρίου 2021

Μετρό Θεσσαλονίκης: Επιστρέφουν οι αρχαιότητες στο σταθμό Αγίας Σοφίας (φωτ.)

Το ρωμαϊκό λουτρό που εντοπίστηκε στη διάρκεια των ανασκαφών στον σταθμό της Αγίας Σοφίας και αφαιρέθηκε με μία πρωτοφανή διαδικασία, επιστρέφει κομμάτι-κομμάτι
Ξεκίνησε σήμερα, Δευτέρα, η επανατοποθέτηση αρχαιοτήτων στον σταθμό Αγία Σοφία του μετρό Θεσσαλονίκης, όπως φαίνεται και από το ρεπορτάζ του makthes.gr.

Κομμάτια από το υπόκαυστο ρωμαϊκό λουτρό, βάρους σχεδόν 50 τόνων του 4ου αιώνα μ. Χ., επανατοποθετούνται στον σταθμό, αφότου αποσπάστηκαν το 2018 από τα έγκατα της Θεσσαλονίκης και μεταφέρθηκαν στον χώρο όπου φυλάσσονται οι αρχαιότητες του μετρό, στο Καλοχώρι.
Το υπόκαυστο λουτρό πλάτους 5,60 τ.μ. και φάρδους 4,40μ. ήταν ένας υπόγειος χώρος ο οποίος αποτελούσε σύστημα υποδαπέδιας θέρμανσης κατά την οποία ο ζεστός αέρας κυκλοφορούσε στον υπόγειο αυτό χώρο με σκοπό την θέρμανση του υπερκείμενου δαπέδου (μια ενδοδαπέδια θέρμανση δηλαδή εκείνης της εποχής).
Για να αφαιρεθεί το λουτρό, στηρίχθηκε σε έναν ειδικά διαμορφωμένο νάρθηκα από μεταλλικές δοκούς και οπλισμένο σκυρόδεμα, παίρνοντας κλίση 30 μοιρών και κυλώντας για περισσότερο από δέκα ώρες πάνω σε κεκλιμένες μεταλλικές ράγες εξήλθε στην επιφάνεια της γης.
Αυτή ήταν η πρώτη φορά που έγινε κατασκευή ανύψωσης μνημείου σε κεκλιμένο επίπεδο έχοντας και η ίδια η κατασκευή ανηφορική θέση 30 μοιρών.
Υπενθυμίζεται ότι για την επιστροφή των αρχαιοτήτων στον σταθμό της Αγίας Σοφίας, είχαν δεσμευθεί μέσα στο καλοκαίρι ο υπουργός Υποδομών και Μεταφορών, Κώστας Καραμανλής και η υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη κατά την τελευταία τους επίσκεψη στη Θεσσαλονίκη τον Ιούλιο.
Η επανατοποθέτηση των αρχαίων στον σταθμό Αγ. Σοφία

Η ιστορία κάτω από τα εργοτάξια


Οι ανασκαφές στο μετρό, καθώς και σε άλλα σημεία της πόλης, έχουν επιτρέψει στους αρχαιολόγους να διαπιστώσουν μια μνημειακή διαμόρφωση της προγενέστερης πολεοδομικής φάσης που συμβαίνει στο δεύτερο μισό του 4ου αι., όταν ο decumanus maximus επιστρώθηκε με μαρμάρινες πλάκες. Προφανώς, το γεγονός ότι ο Μέγας Θεοδόσιος (379-395 μ.Χ.) βαπτίστηκε χριστιανός στη Θεσσαλονίκη από τον επίσκοπο Ασχόλιο ήταν καθοριστικό για την κατοπινή ανέγερση σημαντικών χριστιανικών μνημείων στην πόλη.
Oικοδόμημα πιόσχημης κάτοψης με τοίχους ισχυρούς, χτισμένους με μεικτή τοιχοποιία, στο πάχος της οποίας διαγράφονται ημικυκλικές κόγχες, δύο στον δυτικό τοίχο και εννιά στον βόρειο.
Παράλληλα, η ανασκαφή του σταθμού της Αγίας Σοφίας απέδειξε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι η πόλη του Κασσάνδρου του 315/316 π.Χ. εκτεινόταν μέχρι την τότε ακτογραμμή, κάτι που πρόσφατα είχε αμφισβητηθεί από κάποιους επιστήμονες με ιδιαίτερη ένταση, και ότι η χάραξη δρόμων, πλαισιωμένων με στοές, ανάγεται στον αρχικό σχεδιασμό της ελληνιστικής πόλης. Στο ύψος των σημερινών οδών Εγνατίας και Πλάτωνος εντοπίστηκε η αρχαία διασταύρωση, με το συνολικό πλάτος του κάθετου δρόμου (cardo) να υπολογίζεται στα 11 μ., έκταση που επιβεβαιώνει ότι πρόκειται για έναν σημαντικό κάθετο δρόμο.
Επομένως, σχέδια και αναπαραστάσεις της ελληνιστικής πόλης που κυκλοφόρησαν ευρέως και την έδειχναν να περιορίζεται πάνω από τη σημερινή οδό Αγίου Δημητρίου αποδείχτηκαν εσφαλμένες. Μάλιστα, αυτά τα σχέδια εξακολουθούν να αποτελούν τμήμα της της έκθεσης του Λευκού Πύργου και θα πρέπει να διορθωθούν, καθώς, σύμφωνα με τους ειδικούς, δεν δίνουν επιστημονικά σωστά πληροφόρηση στον επισκέπτη.
Στο ίδιο πολεοδομικό πρόγραμμα με τον κεντρικό δρόμο ανήκε το μνημειακό κρηναίο/νυμφαίο που αποκαλύφθηκε κατά τη διάρκεια των ανασκαφών στη συμβολή του decumanus και του cardo της Αγίας Σοφίας. Πρόκειται για οικοδόμημα πιόσχημης κάτοψης με τοίχους ισχυρούς, χτισμένους με μεικτή τοιχοποιία, στο πάχος της οποίας διαγράφονται ημικυκλικές κόγχες, δύο στον δυτικό τοίχο και εννιά στον βόρειο. Στον βόρειο τοίχο διαμορφωνόταν καθ' ύψος δεύτερη σειρά με κόγχες, εναλλάξ ορθογώνιες και ημικυκλικές. Ίσως το κτίριο να διέθετε τουλάχιστον άλλον έναν όροφο.
Το πιόσχημο νυμφαίο ανήκει στον τύπο με θεατρική πρόσοψη (scaenae frons) και αποτελεί μία από τις πιο μνημειακές δημιουργίες αυτού του τύπου κτιρίων, που είναι γνωστός κυρίως από μικρασιατικά παραδείγματα. Το μέγεθός του, που επιβάλλεται με τον όγκο και το ύψος του, θα το καθιστούσαν ορατό σχεδόν από παντού. Χωρίς αμφιβολία, αποτελεί το πιο μνημειακό μέχρι τώρα νυμφαίο της πόλης και ένα από τα πιο επιβλητικά κτίσματα του δημόσιου χώρου της.
Οι ανασκαφές στον σταθμό της Αγίας Σοφίας αποκάλυψαν ότι τον 6ο αι. σημειώνεται ριζική αλλαγή στον πολεοδομικό σχεδιασμό της πόλης: στο κομβικό σημείο της διασταύρωσης του decumanus maximus με τον cardo, στο ύψος της οδού Αγίας Σοφίας, πάνω στον άξονα της βασιλικής της Αχειροποιήτου και της επισκοπικής βασιλικής στη θέση του ναού της Αγίας Σοφίας, διαμορφώθηκαν βόρεια και νότια του δρόμου μαρμαρόστρωτες ημικυκλικές πλατείες με κιονοστήρικτες στοές.
Οι δημόσιοι αυτοί ανοιχτοί χώροι κάλυψαν μέρος προγενέστερων οικοδομικών νησίδων, σφραγίζοντας τα ερείπια μεγάλων κτιριακών συγκροτημάτων που είτε ισοπεδώθηκαν από σεισμούς του 5ου αι. είτε απλώς κατεδαφίστηκαν στο πλαίσιο εκπόνησης του νέου αστικού σχεδιασμού.

makthes.gr
sidirodromikanea