Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2020

Τα τρένα του αποχωρισμού.



Τα τρένα φεύγουν και παίρνουν μαζί τους, μακριά, τους αγαπημένους μας. «Η ώρα πέρασε, έξι ώρες πέρασαν, η παρένθεση έκλεισε. Τελειώσαμε… Συμφωνήσαμε να μην έρθεις στο σταθμό να με συνοδεύσεις. Θα ήταν έτσι πιο δύσκολο. Κι ύστερα είπες μια μοναδική λέξη: Αντίο». Ένας άνδρας τρέχει, το τρένο έχει ξεκινήσει παίρνοντας μαζί την αγαπημένη του… Το μόνο που κάνει καθώς απομακρύνεται, είναι να σηκώσει το χέρι σε έναν τελευταίο αποχαιρετισμό.
Στέκεται στο καφέ του σταθμού. «Περίμενα ν’ ακούσω το τρένο σου να ξεκινάει. Και μετά ξεκίνησε. Σκεφτόμουν, ‘Δεν έφυγε. Την τελευταία στιγμή έχασε το θάρρος του. Όπου να’ ναι θα γυρίσει κάνοντας πως ξέχασε κάτι.’ Προσευχόμουν να το κάνει για να τον δω μια στιγμή». Η γυναίκα σηκώνεται, τρέχει στην αποβάθρα, το τρένο φεύγει παίρνοντας μαζί τον αγαπημένο της… Τα μάτια της βουρκώνουν.

Όταν φεύγουν τα τρένα

Πώς να αντέξεις τον πόνο του τρένου που φεύγει και δεν μπορείς να το σταματήσεις; Θυμάμαι, τότε που στεκόμουν στην αποβάθρα και το έβλεπα να φεύγει, ήσουν μέσα κι εγώ δεν ήμουν μαζί, είχα μείνει πίσω, με είχες αφήσει πίσω. Βούρκωσα και απλά, σήκωσα το χέρι σε έναν ύστατο αποχαιρετισμό. Δεν με είδες… «Τίποτε δεν κρατάει, ούτε η ευτυχία, ούτε η απόγνωση. Ούτε καν η ζωή δεν κρατάει για πολύ». Η ζωή μας είναι μικρές παρενθέσεις και σύντομες συναντήσεις. Δεν έχει σημασία αν διαρκούν έξι ώρες, μερικές εβδομάδες ή κάποια χρόνια. Δε μετράει ο χρόνος, αυτό που μετράει είναι η αλήθεια που περικλείεται μέσα στο χρόνο. «Απόψε θα φύγεις. Μπορείς να το φανταστείς πως για μένα δε θα υπάρχεις; Δε θα υπάρχω κι εγώ».

Τα τρένα κυλούν πάνω στις ράγες, αναχωρούν αμετάκλητα για τόπους μακρινούς, κι αν συχνά φέρνουν κοντά μας τους αγαπημένους μας ανθρώπους, τι οδύνη, θεέ μου, όταν τους παίρνουν μακριά.

«Εύκολα λες ψέματα όταν σε εμπιστεύονται. Τόσο εύκολα τόσο εξευτελιστικά». Έχεις ήδη αγοράσει το εισιτήριο. «Όχι δεν έπρεπε να τελειώσει έτσι. Το κατάλαβες χωρίς να μου το πεις». Οι άνθρωποι που αγαπούμε πάντα φεύγουν, απρόσμενα, παίρνουν τα τρένα της μεγάλης φυγής και τίποτε δεν μπορεί να τους σταματήσει. Ούτε ο εαυτός τους…Πόσο μάλλον εσύ που στέκεσαι αδύναμος πλάι στις ράγες και θυμάσαι: «Στάθηκα να παρατηρώ το τρένο να φεύγει. Κοιτούσα ώσπου τα φώτα του χάθηκαν στο σκοτάδι». Κι έκανε κρύο εκείνο το πρωί, η υγρασία έμπαινε με ορμή μέσα στους πόρους. Ήταν μια εικόνα κινηματογραφική, όπως ταιριάζει σε «κινηματογραφικούς τύπους» σαν εμάς. Μόνο που η ζωή δεν είναι σινεμά…

ΣΤΡΑΤΟΣ ΚΕΡΣΑΝΙΔΗΣ
kersanidis.wordpress.com