Σάββατο, 23 Δεκεμβρίου 2017

Το τρένο της χαράς! (παραμύθι).



Όλα ξεκίνησαν ένα μουντό, βροχερό πρωινό στην χώρα της Λύπης... Αλλά ας τα πάρουμε από την αρχή” Είμαι σίγουρος πως δεν έχετε ακούσει και πολλά πράγματα γι΄αυτή την χώρα.
Aφήστε που έχω την υποψία ότι δεν την γνωρίζετε καν. Ή μήπως κάνω λάθος; (Χριστίνα Καρρά)
Aυτό που ξέρω όμως είναι ότι δεν γνωρίζετε ΕΜΕΝΑ”

Eίμαι ο Μπίμη ένα γενναίο, πανέμορφο, ταλαντούχο, ανεπανάληπτο, μοναδικό σπουργίτι. Είμαι επίσης και πολύ... μετριόφρων. Δεν μου αρέσει να λέω πολλά για μένα όπως έχετε ήδη καταλάβει. Η αλήθεια είναι πως έιχα ένα κάπως. . . ασυνήθιστο σπιτάκι. Μην πάει ο νους σας σε φωλιά βρε κουτά” Έμενα σε ένα πανέμορφο, μαγικό, μοναδικό τρένο. Το ΤΡΕΝΟ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ. 

Το τρενάκι εμφανίστηκε από το πουθενά στην χώρα της ΛΥΠΗΣ. Ηταν πρωί και τα συννεφάκια είχαν βρει ένα πολύ διασκεδαστικό γι΄αυτά παιχνίδι. Ποιό θα ρίξει την περισσότερη βροχή. Το τι γέλιο έκαναν δεν περιγράφεται. “ Θα σε ξεπεράσω μικρό συννεφάκι” φώναζε το αριστερό. “ Χα χα, σιγά μην σε φοβηθούμε” Είμαι μεγαλύτερο και τρανότερο” έλεγε με υπερηφάνεια το δεξί. 

Το αποτέλεσμα:

Όλη η χώρα έμοιαζε με λίμνη. Θα μπορούσα άνετα να πάρω ένα φύλλο καρυδιάς και να κάνω βαρκάδα. Μόνο εγώ ένιωθα τις στάλες να βρέχουν τις φτερούγες μου γιατί αν περίμενα από τους ανθρώπους... 
Οι άνθρωποι σ'αυτήν την χώρα δεν νιώθουν, δεν χαίρονται. Είναι μόνο λυπημένοι και κανείς δεν ενδιαφέρεται για τον άλλον. Τα αγοράκια και τα κοριτσάκια δεν παίζουν κουτσό στις αυλές, οι μαμάδες δεν νανουρίζουν τα μωρά τους, οι μπαμπάδες δεν παίρνουν αγκαλια τις κόρες και τους γιούς τους και οι γιαγιάδες δεν λένε παραμύθια. 

Οπως καθόμουν λοιπόν στην φωλίτσα μου άκουσα έναν ήχο παράξενο μα και μελωδικό. “ Τσιου τσιου μπααα τι να΄ναι αυτό;» σκέφτηκα και γοργά ξεμύτισα προς τα έξω. Και τι να δω;Ένα τεράστιο, πολύχρωμο, φωτεινό τρένο περνούσε μέσα από την χώρα επαναλαμβάνοντας το τσάφα τσούφα του τόσο ρυθμικά και όμορφα , που δεν σας κρύβω πως ζήλεψα για λίγο μιας και κελαηδώ υπέροχα. Ναι ναι” Μην γελάτε, σας βλέπω. Τα αηδόνια δεν πιάνουν μια μπροστά μου” 

Ξαφνικά σταμάτησε σχεδόν μπροστά μου ανοίγοντας διάπλατα την μπροστινή του πόρτα. Το κουκλίστικο ραμφάκι μου δεν μπορούσε να κλείσει από τον θαυμασμό αλλά και την απορία του. 

Με καλούσε. Ναι εμένα τον Μπίμη. Μόνο εμένα! Η καρδούλα μου πήγε να σπάσει. Χωρίς να το πολυσκεφτώ άρχισα να φτερουγίζω προς τον νεο μου φίλο. Βέβαια. . . ήμουν λίγο αργό αφού τα φτερά μου κολλούσαν από το νερό. Αχ άτιμα συννεφάκια που μου χασκογελάτε κιόλας. 

Με το που μπήκα μέσα όλα άλλαξαν στο λεπτό. Τα φτερά μου στέγνωσαν κι έγιναν ακόμη πιο λαμπερά, το τιτίβισμά μου ακόμη πιο ξεχωριστό κι εγώ. . εγώ. . ήμουν το πιο χαρούμενο πουλάκι του κόσμου. 

“Τσιου τσιου τσιου τσιου. Εδώ θέλω να μείνω για πάντα” φώναξα. Το τρενάκι , που δεν είχε οδηγό, χτύπησε δυνατά το χρυσό του καμπανάκι. Μάλλον του άρεσε η παρέα μου. Εδω που τα λέμε είμαι ένα αξιολάτρευτο σπουργιτάκι” 

Καθώς προχωρούσαμε αποφάσισα να γίνω ο πρώτος ε. . μάλλον ο μοναδικός βοηθός του φιλαράκου μου. “ Πρώτα απ΄ολα σου λείπει ένα όνομα. Τι έτσι θα είσαι;Α πα πα” 

Θα σε βαφτίσω. . . θα σε βαφτίσω. . . το τρένο της ΧΑΡΑΣ. Ναι αυτό σου ταιριάζει” είπα κι αμέσως το κουδουνάκι άρχισε να χτυπά χαρωπά. Ααα όλα κι όλα. Η δουλειά μου ήταν πολύ σπουδαία. Μόλις έβλεπα στον δρόμο κάποιον άνθρωπο τιτίβιζα δυνατά κι αμέσως το τρενάκι σταματούσε εμπρός του αφού άνοιγε μια πόρτα. 

Ο πρώτος που μπήκε ήταν ένα μικρό αγοράκι που καθόταν λυπημένο με μια μπάλα στο χέρι σε ένα παγκάκι. “ Τι κοιτάς βρε βλακόμουτρο;Έλα μέσα” έλεγα τραγουδιστά. Στην αρχή δίστασε. 

Μα μόλις αντίκρισε όλα αυτά τα παραμυθένια βαγόνια έκατσε μετά χαράς στην πιο αναπαυτική θέση. Το αγοράκι που το έλεγαν Ριχάρδο άρχισε να γελάει και να χορεύει με τα χέρια του ανοιχτά. Έδειχνε τόσο ευτυχισμένο” Αγκάλιασε την μπάλα του και την κλωτσούσε όλο ενέργεια. “ Σιγά βρε Ριχάρδε” αναφώνησα συγκινημένος” μην μας σπάσεις και το όχημα χα χα” . 

Αχ δακρύζω όταν το θυμάμαι. Είμαι ευαισθητούλης. Πως να το κάνουμε;

Το τρένο της ΧΑΡΑΣ ήταν ασταμάτητο κι εγώ κουνούσα σαν τρελό την ουρίτσα μου. Μέσα σε λίγη ώρα το τρένο γέμισε. Μουτρωμένοι άνθρωποι δεν υπήρχαν πλέον. Παντού άκουγες γέλια και τραγούδια. Τα παιδιά έπαιζαν κρυφτό, κουτσό και μπάλα. Οι μεγάλοι έμοιαζαν ήρεμοι και στα πρόσωπά τους είχε ζωγραφιστεί ένα πλατύ χαμόγελο. “ Ει τρενάκι” βροντοφώναξα μιας και γινόταν πολύ φασαρία είσαι μαγικό. Κοίτα τι κατάφερες να κάνεις;Μα για στάσου” Η βροχή εξαφανίστηκε, τα λουλούδια άνθισαν ύστερα από πολλά χρόνια, τα σπίτια δεν είναι πλέον γκρίζα μα κόκκινα, κίτρινα, πράσινα, λευκά. . . «Ναιαιαι Σε αγαπώ τρενάκι μου” “ Χωρίς να το πολυσκεφτώ επισκεπτόμουν κάθε βαγόνι ξεχωριστά τραγουδώντας όσο πιο ωραία μπορούσα. 

Τώρα γιατί κάποιοι βούλωναν τ΄αυτιά τους ας μην το σχολιάσω καλύτερα. 

Τρενάκι της ΧΑΡΑΣ που θα σταματήσουμε;” ρώτησα απορημένος. Το καμπανάκι χτύπησε δυο φορές. Κατάλαβα πως εννοούσε ότι θα τερματίσουμε στον δεύτερο δρόμο δεξιά. “ Μα ποιος μας έχει απομείνει; Νομίζω πως δεν χωράει άλλος” . Ύστερα από αρκετό ταξίδι φτάσαμε επιτέλους στον δεύτερο δρόμο. 

Εκεί υπήρχε μόνο ένα γκρίζο καλυβάκι που έμοιαζε άδειο. Όλα τριγύρω ήταν σκοτεινά. Δεν σας κρύβω πως φοβήθηκα. Ε όχι και τόσο πολύ. Αμέσως να με βγάλετε φοβητσιάρη. 

«Τώρα τι είναι αυτό;” ρώτησε ο Ριχάρδος. «Εδώ δεν ζει κανένας. Δεν το βλέπετε;Τζαμπα χάνουμε το χρόνο μας. Ας φύγουμε. Δεν είναι καθόλου όμορφα εδώ. “ “ Σουτ “ του έκανα αυστηρά. “Αμέσως να πεταχτείς εξυπνάκια. Το τρένο ξέρει τι κάνει. “ Εκεί που τελείωνα τη φράση μου ακούστηκε ένας τρομακτικός θόρυβος σαν έκρηξη. Κρύφτηκα κάτω από ένα κάθισμα. Δειλά δειλά

φτερούγισα προς το παράθυρο και τότε . . το είδα. Ναι ήταν ολοζώντανο μπρόστά μου. Ένα μικρό , γκριζοπό, μουτρωμένο ανθρωπάκι. Τα μάτια του ήταν αγριεμένα. “ Πω πω αυτό δεν είναι καθόλου φιλικό” ούρλιαξε μια κυρία από το βάθος. “ Εγω δεν το φοβάμαι “ είπε ο Ριχάρδος. “ Ηρεμήστε” Και κυρίως. . μην το προκαλείτε” διέταξα αυστηρά. Εξάλλου τι βοηθός θα ήμουν αν δεν

το έκανα;

Το ανθρωπάκι κουνούσε χέρια και πόδια. “ Ααα δε θα με ζαλίσεις εσύ” νευρίασα. “ Πως τολμάς; Λέω πως τολμάς τρένο να πλησιάζεις το σπιτικό μου;Και πως με βρήκες;” ούρλιαζε το ον. 

“Καλέ αυτό μιλάει” γέλασε ο δήμαρχος. “ Ναι μιλάω κύριε δήμαρχε. Νομίζεις πως δε σε γνωρίζω;Όλους σας ξέρω. Έναν προς έναν. “ “ Μα ποιός είσαι τέλος πάντων;” απόρησα. “Α καλώς τον Μπίμη” Το σπουργίτι που νομίζει ότι είναι αηδόνι” «Χα χα” με ειρωνεύτηκε. “ Είμαι το τέρας της ΛΥΠΗΣ. Τόσα χρόνια τα κατάφερα περίφημα. Ούτε ένα χαμογελάκι, ούτε ένα χάδι. Παντού γκρι και μαύρο. Δεν γνωρίζατε ότι υπάρχω μα και ποτέ δεν ψάξατε να βρείτε γιατί είστε όλο στενοχωρημένοι δίχως δύναμη κι αγάπη. Απλά το δεχτήκατε. Έτσι κι εγώ συνέχιζα να απλώνω το σκοτεινό μου πεπλό. Χα χα ηλίθιοι άνθρωποι. “ “Τρενάκι πρέπει να φύγουμε. Ας τον αφήσουμε. Για ποιό λόγο ασχολούμαστε ακόμη μαζί του;Έλα πάρε μπρος” 

Μα ο φίλος μου ούτε που κουνιόταν. Είχα απογοητευτεί. Τα φτερά μου κρέμασαν. 

Το τέρας προσπαθούσε να ανοίξει κάθε πόρτα. Μάταια… Αυτό το νευρίασε ακόμη πιο πολύ. 

“Άτιμο τρένο της ΧΑΡΑΣ. Φύγε” Ποιός νομίζεις ότι είσαι;Σύντομα θα κλέψω πάλι την ευτυχία. Ναι, ναι ναι” 

Ενω το σκοτεινό πλάσμα εξακολουθούσε να φωνάζει, κατάφερα να ανοίξω με το ράμφος μου την πόρτα και να βγω έξω. Έκατσα πάνω στον ώμο του τέρατος, το οποίο ήθελε να με αρπάξει, και του ψιθύρισα στο αυτί το πιο γλυκό μου τραγουδάκι. Το ον ημέρεψε και τα μάτια του βούρκωσαν. “Ποτέ κανείς δεν ήταν τόσο τρυφερός μαζί μου” αναστέναξε σκουπίζοντας τα πρώτα δάκρυα. Μόλις έφυγα από πάνω του , αυτό γονάτισε κι έγινε ακόμη πιο μικρό ώσπου μεταμορφώθηκε σε έναν λευκό κρίνο. Το καλυβάκι χάθηκε και στη θέση του εμφανίστηκε ένα απέραντο λούνα παρκ. 

Το τρένο άνοιξε τις πόρτες του κι όλοι ξεχύθηκαν έξω. Μικροί μεγάλοι έκαναν κούνια. έτρωγαν ζαχαρωτά και διασκέδαζαν. “ Αχ τρένο της ΧΑΡΑΣ” Σε λατρεύω. Αλλά κι εγώ δεν μπορείς να πεις” Αξιζω ε;” ψιθύρισα. 

Το ταξίδι της επιστροφής ήταν το ίδιο χαρωπό. Κάθε λίγο και λιγάκι ο φίλος μου έκανε στάσεις για να κατέβει ο κόσμος. Κανείς δεν έφυγε παραπονεμένος. Οι γιαγιάδες υπόσχονταν παραμύθια και οι γονείς πολλές αγκαλιές και χάδια. 

“Εγω τρενάκι θα ρίξω έναν υπνάκο. Εξάλλου θα τα ξαναπούμε μιας κι εδώ ειναι πλέον το σπίτι μου” το καληνύχτισα μια και είχε νυχτώσει. 

Το επόμενο πρωι άνοιξα τα ματάκια μου. Μα όχι… Συμφορά… Βρισκόμουν πάλι στη φωλιά μου. Το τρένο δε φαινόταν πουθενά. Έψαχνα παντού, ρωτούσα όλους αλλά μάταια. Είχε εξαφανιστεί. 

Έκλαψα , γιατί αισθανόμουν μόνος. Τότε ένιωσα ένα μικρό χεράκι να με χαιδεύει απαλά. Ηταν ο Ριχάρδος. “ Εϊ Μπίμη μη στενοχωριέσαι. Κοίτα τι ευτυχισμένοι που είμαστε πια. Όλα είναι πολύχρωμα και ονειρεμένα. Κανεις δεν κλαίει , κανείς δεν λυπάται. Γίναμε η χώρα της ΧΑΡΑΣ” . Και είχε δίκιο. Είχα ένα σωρό φίλους δίπλα μου, ζούσα σε μια χώρα όπως την ήθελα!

Από τότε που έφυγε το τρένο της ΧΑΡΑΣ έχουν περάσει πόλλα χρόνια. Το σκέφτομαι που και που. Δεν είναι μάλιστα λίγες οι φορές που ακούω από πολύ μακριά ένα μελωδικό τσάφα τσούφα κι ένα καμπανάκι. 

Ειμαι σίγουρος πως είναι το τρένο της ΧΑΡΑΣ , το δικό μου τρένο , που σκορπάει αλλού χαρά.


Πηγή: sdna.gr