Τετάρτη 8 Ιουλίου 2026

Μελέτη: Το Ευρωπαϊκό Σιδηροδρομικό Σύστημα Διαθέτει την Τεχνολογία, Αλλά Δεν Έχει Χρηματοδότηση Και Συντονισμό.


Οι ευρωπαϊκοί σιδηρόδρομοι χρειάζονται ψηφιοποίηση, ERTMS, αυτοματοποίηση και τρένα υψηλής ταχύτητας, αλλά το κύριο πρόβλημα δεν είναι η έλλειψη τεχνολογίας.

 Μια μελέτη που διεξήχθη για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δείχνει ότι το μέλλον των βιώσιμων σιδηροδρομικών μεταφορών στην Ευρώπη εξαρτάται πάνω απ' όλα από τη συνεκτική διακυβέρνηση, τη σταθερή χρηματοδότηση και την πραγματική ολοκλήρωση μεταξύ των κρατών μελών.

Το μέλλον του ευρωπαϊκού σιδηροδρομικού δικτύου έως το 2050 θα καθοριστεί λιγότερο από την εμφάνιση θεαματικών τεχνολογιών και περισσότερο από την ικανότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών μελών της να συντονίζουν επενδύσεις, κανονισμούς και διασυνοριακά έργα.

Αυτό είναι ένα από τα βασικά συμπεράσματα της μελέτης με τίτλο «Το μέλλον των βιώσιμων σιδηροδρομικών μεταφορών στην Ευρώπη», η οποία διεξήχθη για την Επιτροπή Αξιολόγησης Επιστημονικών και Τεχνολογικών Επιλογών (STOA) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και δημοσιεύθηκε από την Υπηρεσία Έρευνας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (EPRS), την υπηρεσία έρευνας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Το έγγραφο αναλύει πιθανές πορείες για το ευρωπαϊκό σιδηροδρομικό σύστημα έως το 2050, σε ένα πλαίσιο όπου η ΕΕ στοχεύει στη μετατόπιση περισσότερης κυκλοφορίας από τους δρόμους και τις αερομεταφορές στους σιδηροδρόμους, αλλά αντιμετωπίζει παλαιωμένες υποδομές, αργή εφαρμογή κοινών προτύπων και σημαντικές διαφορές μεταξύ των κρατών μελών.

Η μελέτη δεν ισχυρίζεται ότι η τεχνολογία είναι ασήμαντη. Αντιθέτως, το ERTMS, η διαχείριση ψηφιακής χωρητικότητας, ο αυτοματισμός, η συντήρηση που βασίζεται σε δεδομένα, η τεχνητή νοημοσύνη και η ψηφιακή αυτόματη σύζευξη παρουσιάζονται ως σημαντικά εργαλεία για την αύξηση της χωρητικότητας, της αξιοπιστίας και της ασφάλειας.

Αλλά το υποκείμενο μήνυμα είναι ότι η τεχνολογία από μόνη της δεν μπορεί να αντισταθμίσει τον κατακερματισμό του ευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος.

Η μελέτη ξεκινά με την παρατήρηση ότι, τις τελευταίες δεκαετίες, η ΕΕ έχει σταδιακά δημιουργήσει το πλαίσιο για τον Ενιαίο Ευρωπαϊκό Σιδηροδρομικό Χώρο μέσω διαδοχικών νομοθετικών πακέτων, απελευθέρωσης, διαλειτουργικότητας, κοινών προτύπων ασφαλείας και ανάπτυξης του δικτύου ΔΕΔ-Μ.

Ωστόσο, το χάσμα μεταξύ πολιτικής φιλοδοξίας και επιχειρησιακής πραγματικότητας παραμένει μεγάλο.

Η έκθεση εντοπίζει επίμονα διαρθρωτικά προβλήματα: κατακερματισμένη διακυβέρνηση, ατελής διασυνοριακή ολοκλήρωση, άνιση εφαρμογή μεταξύ των κρατών μελών, πολυάριθμοι εθνικοί κανόνες και αργή πρόοδος όσον αφορά τη διαλειτουργικότητα.

Για τους επιβάτες, αυτά τα ζητήματα είναι ιδιαίτερα εμφανή στα διεθνή ταξίδια. Παρόλο που η σιδηροδρομική επιβατική κίνηση έχει ανακάμψει σημαντικά μετά το σοκ της πανδημίας, το μερίδιο των σιδηροδρόμων στις διάφορες μορφές μεταφοράς παραμένει περιορισμένο από το συνολικό κόστος του ταξιδιού, την αξιοπιστία και την ευκολία χρήσης των υπηρεσιών, ιδίως σε διασυνοριακό επίπεδο.

Στις εμπορευματικές μεταφορές, η κατάσταση είναι ακόμη πιο δύσκολη. Οι σιδηρόδρομοι συνεχίζουν να χάνουν μερίδιο αγοράς λόγω σχετικά μικρών μέσων αποστάσεων, περιορισμένης ευελιξίας και λειτουργικού κατακερματισμού, αν και υπάρχει δυνατότητα ανάπτυξης στις διατροπικές μεταφορές και στην εφοδιαστική χαμηλών εκπομπών.

Στο μέτωπο των υποδομών, η μελέτη περιγράφει ένα εκτεταμένο αλλά γερασμένο σύστημα. Το δίκτυο υψηλής ταχύτητας έχει επεκταθεί σημαντικά, αλλά τα σημεία συμφόρησης χωρητικότητας, οι καθυστερήσεις στη συντήρηση και οι προσωρινοί περιορισμοί επηρεάζουν ολοένα και περισσότερο την απόδοση, ιδίως σε διασυνοριακούς διαδρόμους.

Η ηλεκτροδότηση έχει προχωρήσει άνισα μεταξύ των κρατών μελών, γεγονός που επιτείνει τις γεωγραφικές ανισότητες. Ταυτόχρονα, η γήρανση των περιουσιακών στοιχείων και οι ελλείψεις προσωπικού εγείρουν ερωτήματα σχετικά με τη μακροπρόθεσμη αξιοπιστία.

Η έκθεση επισημαίνει επίσης τους κινδύνους που σχετίζονται με το κλίμα. Τα κύματα καύσωνα, οι πλημμύρες και τα ακραία καιρικά φαινόμενα καθίστανται διαρθρωτικό πρόβλημα για τις σιδηροδρομικές υποδομές, αυξάνοντας το κόστος ζωής των περιουσιακών στοιχείων και απαιτώντας συστηματική προσαρμογή των δικτύων και των λειτουργιών.

Με άλλα λόγια, το μέλλον των σιδηροδρόμων δεν αφορά μόνο τα νέα τρένα και την ψηφιακή σηματοδότηση, αλλά και την ικανότητα συντήρησης, επισκευής και προσαρμογής των υφιστάμενων υποδομών.

Η μελέτη αντιμετωπίζει τις σιδηροδρομικές τεχνολογίες ως παράγοντες που θα μπορούσαν να καταδείξουν την επιτυχία και όχι ως θαυματουργές λύσεις.

Η εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Συστήματος Διαχείρισης Σιδηροδρομικής Κυκλοφορίας (ERTMS) είναι απαραίτητη για τη διαλειτουργικότητα και την αυξημένη χωρητικότητα. Ομοίως, τα ψηφιακά εργαλεία διαχείρισης της κυκλοφορίας, ο αυτοματισμός και η προγνωστική συντήρηση μπορούν να βελτιώσουν την αποδοτικότητα και την αξιοπιστία.

Για τις εμπορευματικές μεταφορές, η Ψηφιακή Αυτόματη Σύζευξη (DAC) παρουσιάζεται ως μια σημαντική τεχνολογία για την ανταγωνιστικότητα, καθώς μπορεί να μειώσει τις χειροκίνητες λειτουργίες και να επιτρέψει πιο αποτελεσματικές εμπορευματικές αμαξοστοιχίες.

Ταυτόχρονα, πιο ριζοσπαστικές τεχνολογίες, όπως οι maglev και hyperloop, αναλύονται ως μακροπρόθεσμες ή εξειδικευμένες επιλογές. Ωστόσο, η μελέτη υπογραμμίζει σημαντικές αβεβαιότητες σχετικά με το κόστος, τη διαλειτουργικότητα, τη χωρητικότητα, τη ρύθμιση και τον αντίκτυπο στο υπάρχον σιδηροδρομικό σύστημα.

Η προειδοποίηση είναι σαφής: οι επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες δεν πρέπει να αποσπούν την προσοχή και τα κεφάλαια από τη συντήρηση, τη διαλειτουργικότητα και τη βελτιστοποίηση του τρέχοντος δικτύου.

Η μελέτη σκιαγραφεί τέσσερα σενάρια για το μέλλον των ευρωπαϊκών σιδηροδρόμων έως το 2050. Το κοινό συμπέρασμα των σεναρίων είναι ότι η διακυβέρνηση και ο συντονισμός των επενδύσεων έχουν μεγαλύτερη σημασία από το επίπεδο τεχνολογικής φιλοδοξίας.

Η έκθεση προτείνει πέντε επιλογές πολιτικής για την ανάπτυξη του ευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος.

Από όλα τα ζητήματα, η χρηματοδότηση ξεχωρίζει ως ένα από τα πιο κρίσιμα.

Οι σιδηροδρομικές υποδομές είναι εξαιρετικά δαπανηρές και τα τέλη πρόσβασης στις υποδομές καλύπτουν μόνο ένα περιορισμένο μέρος του κόστους. Κατά συνέπεια, το σύστημα απαιτεί ουσιαστική και σταθερή δημόσια υποστήριξη.

Τα ευρωπαϊκά μέσα, όπως ο Μηχανισμός «Συνδέοντας την Ευρώπη» (CEF), η χρηματοδότηση μέσω του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) και τα δάνεια από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ), διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο, αλλά το συνολικό επίπεδο επενδύσεων παραμένει κάτω από τις προσδιορισμένες ανάγκες, ιδίως για έργα συντήρησης, ανθεκτικότητας και διασυνοριακά έργα.

Η έκθεση προειδοποιεί ότι η έλλειψη σταθερής μακροπρόθεσμης χρηματοδότησης, οι καθυστερήσεις και οι υπερβάσεις κόστους θα μπορούσαν να επηρεάσουν καθοριστικά τη μελλοντική απόδοση του ευρωπαϊκού σιδηροδρομικού συστήματος.

Με ορίζοντα το 2050, η μελέτη δείχνει ότι οι εξωτερικές πιέσεις —οι κλιματικοί στόχοι, η ενεργειακή ασφάλεια, οι δημογραφικές αλλαγές, η ψηφιοποίηση και το γεωπολιτικό πλαίσιο— θα αυξήσουν τη στρατηγική σημασία των σιδηροδρόμων.

Αλλά για να γίνουν οι σιδηρόδρομοι πραγματικά η ραχοκοκαλιά της βιώσιμης κινητικότητας στην Ευρώπη, δεν αρκεί η κατασκευή νέων γραμμών ή η εισαγωγή νέων τεχνολογιών.

Απαιτείται μια αλλαγή στον τρόπο σχεδιασμού, χρηματοδότησης και λειτουργίας των σιδηροδρομικών δικτύων. Η έκθεση υποστηρίζει τον ισχυρότερο ευρωπαϊκό συντονισμό, τις κοινές αξιολογήσεις έργων, τη μεγαλύτερη δημοσιονομική ικανότητα σε επίπεδο ΕΕ και τα κανονιστικά πλαίσια που επιβραβεύουν τη συμμόρφωση με τα κοινά πρότυπα.

Εν ολίγοις, η Ευρώπη διαθέτει ήδη πολλές από τις τεχνικές λύσεις που απαιτούνται για ένα καλύτερο σιδηροδρομικό σύστημα. Το ερώτημα είναι εάν μπορεί επίσης να δημιουργήσει τους πολιτικούς, οικονομικούς και θεσμικούς μηχανισμούς για να τους μετατρέψει σε ένα λειτουργικό σύστημα σε ηπειρωτική κλίμακα.
Flag of Germany Flag of Saudi Arabia
Ελληνικά GR