Ο σιδηροδρομικός - εμπορευματικός αποκλεισμός της Ελλάδας από την υπόλοιπη Ευρώπη έλαβε χθες τέλος.
Και μάλλον είχε δίκιο ο αρμόδιος υπουργός Γιάννης Μουζάλας όταν είπε στον ΣΚΑΪ πως η επιχείρηση απελευθέρωσης της γραμμής έγινε την κατάλληλη στιγμή, καθώς «πριν από έξι ημέρες υπήρχαν στην περιοχή 3.000 πρόσφυγες» και, συνεπώς, ήταν ιδιαίτερα πιθανό το ενδεχόμενο εντάσεων και επεισοδίων.
Βέβαια ο -καθ’ όλα συμπαθής- υπουργός δεν είχε εξήγηση γιατί η σιδηροδρομική σύνδεση της Ελλάδας με την Ευρώπη δεν περιφρουρήθηκε από την πρώτη στιγμή αλλά απαιτήθηκαν 21 ημέρες από την κατάληψή της, ο εγκλωβισμός πλήθους εμπορευμάτων, η αναζήτηση εναλλακτικών διαδρομών από επιχειρηματικούς κολοσσούς, η απώλεια εσόδων και η παραίτηση του διευθύνοντος συμβούλου της ΤΡΑΙΝΟΣΕ, πριν τελικά η γραμμή αποδοθεί εκ νέου στην κυκλοφορία. Δεν είναι, ασφαλώς, δουλειά του κ. Μουζάλα η αστυνόμευση των υποδομών της χώρας. Γι’ αυτό ευθύνη έχουν άλλοι. Ο κ. Μουζάλας μοιάζει να κάνει τα όσα του αναλογούν με επάρκεια. Με πρώτο, την προσαρμογή της κυβέρνησης του κ. Τσίπρα στην πραγματικότητα της προσφυγικής τραγωδίας και της μεταναστευτικής κρίσης.
Η «απελευθέρωση της Ειδομένης», όμως, δεν προσφέρεται μόνον για κριτική επί της ανεπάρκειας στρατηγικού σχεδίου και εφαρμόσιμων μέτρων από την κυβέρνηση. Συνιστά σημείο καμπής στη διαχείριση των προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών διαμέσου της Ελλάδας. Η σαφής διάκριση και η διαφορετική αντιμετώπιση των προσφύγων, οι οποίοι θα μπορούν υπό προϋποθέσεις να συνεχίσουν την πορεία τους προς την Ευρώπη, και των οικονομικών μεταναστών, που εκμεταλλευόμενοι το προσφυγικό κύμα επιχείρησαν το πέρασμα προς την Ευρώπη, είναι η νέα πραγματικότητα. Με τη βούλα, μάλιστα, από τις επόμενες ημέρες και του Frontex, η παρουσία του οποίου στις πύλες... εξόδου των αλλοδαπών από τη χώρα έχει και αυτή τη σκοπιμότητα.
Το τι θα συμβεί με αυτούς τους ανθρώπους παραμένει άγνωστο.
Το μόνον βέβαιο είναι ότι δεν θα μπορούν να βγουν από τα βόρεια σύνορα της χώρας αλλά θα παραμείνουν αποκλεισμένοι σε μια Ελλάδα που βιώνει παρατεταμένη κοινωνική και οικονομική κρίση. Είναι, επίσης, δεδομένο ότι και τα περιθώρια ένταξής τους στα προγράμματα αποκατάστασης προσφύγων είναι μηδαμινά. Οσο για τα προγράμματα επαναπροώθησής τους στις χώρες προέλευσης, το ρεπορτάζ της «Κ», προ ημερών, για τη στάση, ενδεικτικά, του Πακιστάν είναι αποκαλυπτικό των δυσκολιών του εγχειρήματος.
Το πιο πιθανό είναι ότι αυτοί οι άνθρωποι, εάν δεν επιχειρήσουν με άλλο τρόπο το ταξίδι προς την Ευρώπη, θα εγκατασταθούν, όπως όπως, σε ελεγχόμενους χώρους στην Αττική, προκειμένου κάποια στιγμή να επαναπροωθηθούν προς τις πατρίδες τους. Αν υποτεθεί, βέβαια, ότι η ελληνική διοίκηση έχει τη δυνατότητα να το πετύχει. Διότι ο δήμαρχος Αθηναίων Γιώργος Καμίνης δεν έκρυψε χθες την ανησυχία του για το ενδεχόμενο δημιουργίας νέων καταυλισμών τύπου «πλατείας Βικτωρίας».
Η, λόγω του προσφυγικού, σύγκρουση της κυβέρνησης με την πραγματικότητα στο μεταναστευτικό μέτωπο μπορεί να οδηγήσει στην έμπρακτη αναθεώρηση της «πολιτικής ανοιχτών συνόρων», στην εκπομπή του σωστού μηνύματος προς τους διακινητές που έχουν καταστήσει το Αιγαίο βασική δίοδό τους και στην εμπέδωση κάποιας σοβαρότητας στους κυβερνητικούς χειρισμούς και τη συνολική παρουσία του ελληνικού κράτους στο εν λόγω ζήτημα. Σε διαφορετική περίπτωση, η κυβέρνηση απλώς θα τρέχει να προλάβει κάθε φορά που οι εταίροι θα απειλούν ή θα αρκείται σε δηλώσεις οδύνης για τις ζωές που συνεχίζουν και χάνονται καθημερινά στο Αιγαίο.
Συντάκτης: Γιώργος Π. Τερζής
Πηγή: kathimerini.gr