Τετάρτη, 21 Απριλίου 2010

Καλύτερα δεν γίνεται

Για να ταξιδέψει κανείς στην Κωνσταντινούπολη δε χρειάζονται επιχειρήματα. Και οι φανατικοί του εξωτικού Ρίο και όσοι εκστασιάζονται στη διασταύρωση Μπρόντγουεϊ και Πέμπτης Λεωφόρου, στη Νέα Υόρκη, και οι λάτρεις του πολιτισμού, που είναι διάχυτος στο Παρίσι ή στο Βερολίνο, θα συμφωνήσουν μ΄ αυτό που διαβεβαίωνε ο παππούς στην «Πολίτικη Κουζίνα», χωρίς να έχει ταξιδέψει ποτέ έξω από το Πέρα. Δεν υπάρχει στον κόσμο πόλη σαν την Πόλη. Αλλά επιχειρήματα, για να ταξιδέψει κανείς στην Κωνσταντινούπολη με το τρένο, πιθανώς χρειάζονται. Το εξπρές «Dostluk - Φιλία» φεύγει από τη Θεσσαλονίκη στις οκτώ το βράδυ. Τη μία μέρα με τουρκικές κλινάμαξες, την άλλη με ελληνικές. Οι τουρκικές έχουν μέχρι και ψυγείο σε κάθε διαμέρισμα, αλλά και οι ελληνικές είναι καλύτερες από τη φήμη τους. Ο ΟΣΕ τις αγόρασε από τους γαλλικούς σιδηροδρόμους και φαίνονται καλά συντηρημένες, έστω και αν ποτέ κανείς δεν κατάφερε να τις προστατεύσει από τους «καλλιτέχνες» του γκράφιτι. Για μονόκλινο διαμέρισμα, μετ΄ επιστροφής, το εισιτήριο κοστίζει κάτι λιγότερο από εκατό ευρώ.
Ανενόχλητος, στο δικό σου χώρο, μπορείς να διαθέσεις το χρόνο όπως θέλεις. Να διαβάσεις, να χαρείς τη διαδρομή όσο ακόμη είναι μέρα, να κοιμηθείς. Το μόνο που μπορεί να ταράξει την ηρεμία είναι η διαδικασία στα σύνορα -σχεδόν μία ώρα σε κάθε πλευρά. Καθόλου δράμα. Απλώς, μία σε ξυπνούν για να σου ζητήσουν το διαβατήριο και άλλη μία για να το παραδώσουν. Όσοι θέλουν μπορούν να ξεμουδιάσουν περπατώντας στους δύο μεθοριακούς σταθμούς που έχουν μείνει περίπου άθικτοι από τα τέλη του 19ου αιώνα, όταν τους κατασκεύασαν οι Γάλλοι της «Jonction», κάτω από το θρόισμα των πλατάνων. To ξημέρωμα σε βρίσκει στα προάστια της Κωνσταντινούπολης. Προάστια τρόπος του λέγειν, αφού από την ώρα που αρχίζουν τα μπλοκ των πολυκατοικιών μέχρι την αποβίβαση μεσολαβούν 150 χιλιόμετρα και δύο ώρες. Το τρένο ταξιδεύει δίπλα στη θάλασσα, περνά από τις πίσω αυλές των παλαιών προαστίων και καταλήγει στον Sirkeci. Ο σταθμός όπου έφτανε το Οριάν Εξπρές διατηρεί το ίδιο χρώμα, έστω και χωρίς τρένα πολυτελείας τώρα πια. Με μεγαλειώδη αίθουσα αναμονής, εστιατόριο, που λες και βγήκε από μυθιστόρημα της Αγκάθα Κρίστι, και έναν ξενώνα - αρχιτεκτονικό αριστούργημα για τους πολύ υψηλούς επισκέπτες. Το ταξίδι τελειώνει ακριβώς μπροστά στη γέφυρα του Γαλατά, κάτω από τη σκιά της Αγίας Σοφίας και δίπλα στα καραβάκια που περιμένουν για τα Πριγκιπόνησα. Αφουγκράζεσαι κιόλας την ανάσα της πόλης. Ποιο αεροδρόμιο μπορεί να το καταφέρει;
Του Μάκη Βοϊτσίδη στον «Αγγελιοφόρο»