Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2017

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΩΣ ΑΛΛΟΘΙ ΓΙΑ ΤΑ ΣΗΜΕΡΙΝΑ ΧΑΛΙΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ.

 Μετρό. Ένα έργο που θα ολοκληρωνόταν σε τέσσερα – πέντε χρόνια θα κλείσει 15ετία και βλέπουμε!

Σαφώς ο πολιτισμός δεν κοστολογείται, μόνο που –ας μας επιτρέψει ο δήμαρχος- πολιτισμός δεν είναι μόνο η ιστορία και τα μνημεία.
Όταν στα μέσα της δεκαετίας του 1990 η Θεσσαλονίκη ανακηρύχθηκε Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης για το 1997 ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος έκανε μια δήλωση, που από μόνη της έφτασε για να προβοκάρει αποτελεσματικά την όλη υπόθεση. «Απορώ πως είναι δυνατόν να χρίζεται Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης μια πόλη που επιτρέπει οι ανάπηροι του πολέμου του 1940 στην Αλβανία να ζητιανεύουν στα πεζοδρόμια της οδού Βενιζέλου». Φυσικά τότε, μέσα στην ευφορία των δισεκατομμυρίων δραχμές και τη λάμψη της διοργάνωσης οι φορείς της πόλης φρόντισαν να απαξιώσουν τη δήλωση, επικαλούμενοι το ιδιόρρυθμο ύφος του ποιητή, που μια ολόκληρη ζωή τον συνοδεύει ο χαρακτηρισμός του… φαρμακόγλωσσου. 

Δύο δεκαετίες μετά, το θέμα του πολιτισμού επιστρέφει στον ουρανό της πόλης με αφορμή την ανακάλυψη αρχαιοτήτων στο σταθμό του μετρό στη Βενιζέλου. Τρία χρόνια τώρα οι πάντες παλεύουν να βρουν λύση, αλλά το μόνο που καταφέρνουν είναι αφενός να καθυστερούν το έργο και αφετέρου να αυξάνουν το κόστος. Ενδεχομένως στο μέλλον να αποκαλυφθούν κι άλλες συνέπειες της καθυστέρησης, αλλά ας μη κάνουμε υποθέσεις πριν από την ώρα τους. Το βέβαιον είναι ότι και αυτή η υπόθεση –όπως και η προ εικοσαετίας Πολιτιστική Πρωτεύουσα- δείχνουν την υποκρισία μιας πόλης, που ενδιαφέρεται μονίμως για τη βιτρίνα και ουδόλως για την αλήθεια των πραγμάτων, που όπως κάθε αλήθεια είναι σκληρή.

Κατ’ αρχήν ο πολιτισμός μιας κοινωνίας και μιας εποχής καταγράφεται και αποδεικνύεται στην καθημερινότητα. Ούτε ο Παρθενώνας στην Ακρόπολη των Αθηνών, ούτε οι πυραμίδες της Αιγύπτου, ούτε τα δεκάδες ρωμαϊκά, βυζαντινά και οθωμανικά μνημεία της Θεσσαλονίκης κατασκευάστηκαν με αποκλειστικό στόχο να μείνουν στην ιστορία. Η δημιουργία τους σχετίζεται με την αισθητική και τις χρηστικές ανάγκες της κοινωνίας κάθε εποχής. Στην Αθήνα ήθελαν λαμπρό ναό προς τιμήν των θεών του Ολύμπου, στην Αίγυπτο τάφους για τους ισόθεους Φαραώ και στη Θεσσαλονίκη αψίδες για τους αυτοκράτορες, ναούς για το χριστεπώνυμο πλήθος, λουτρά και αγορές για τους πολίτες. Σήμερα όλα αυτά έχουν ενδυθεί με την επιστημοσύνη των αρχαιολόγων, καθώς η εξέλιξη των κοινωνιών έχει δείξει ότι οφείλουμε να τιμούμε το παρελθόν, να συντηρούμε τα σημάδια της ιστορίας και να διδασκόμαστε από τα σπουδαία και θαυμαστά. Από αυτό το σημείο, όμως, μέχρι την παράκρουση που ζήσαμε -κι εξακολουθούμε να ζούμε- στη Θεσσαλονίκη με τα ευρήματα της Βενιζέλου η απόσταση είναι χαώδης. Ας ελπίζουμε, τουλάχιστον, ότι η λύση που τελικώς επιλέχθηκε –κατά πολλούς υπερβολική και πανάκριβη- να είναι η τελική, η οριστική και –κυρίως- να εφαρμοστεί εντός χρονοδιαγραμμάτων.

Επειδή, όμως, πολλά έχουν ειπωθεί στη Θεσσαλονίκη από πολιτικά και επιστημονικά χείλη για την ανεκτίμητη αξία του πολιτισμού –μόλις προ δύο ημερών αναφέρθηκε ως τεκμήριο σημαντικότητας των ευρημάτων στο σταθμό της Βενιζέλου το γεγονός ότι στον δρόμο που αποκαλύφθηκε περπάτησαν αυτοκράτορες, αλλά και ο Άγιος Δημήτριος- καλό θα ήταν να δούμε τα πράγματα και από μια διαφορετική, συμπληρωματική οπτική γωνία. Ο ποιητής είχε δίκιο όταν απορούσε για την απονομή του τίτλου Πολιτιστική Πρωτεύουσα στη Θεσσαλονίκη. Όχι μόνο λόγω της θλιβερής μοίρας των ηρώων αναπήρων πολέμου, αλλά και λόγω της συνολικής λειτουργίας της πόλης ως οργανωμένου συνόλου. Για να μείνουμε μόνο στο πεδίο των μεταφορών και των μετακινήσεων: Καλώς ενδιαφέρει ο δρόμος που περπάτησαν αυτοκράτορες και άγιοι, αλλά σήμερα η κατάσταση στους δρόμους και τα πεζοδρόμια που κινούνται οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης –κατά κανόνα απλοί και χωρίς μεγαλόσχημους ή ηρωικούς τίτλους και αξιώματα- είναι τραγική. Οι μετακινήσεις είναι αργές –επιταχύνθηκαν κάπως λόγω της απουσίας οχημάτων που οφείλεται στην πολύχρονη ύφεση, αλλά αυτό είναι μάλλον μελαγχολικό. Οι δημόσιοι χώροι στάθμευσης παραμένουν ελάχιστοι. Η πρόσβαση στο κέντρο, αλλά και η απομάκρυνση από αυτό, χαρακτηρίζεται επιεικώς δυσχερής. Η αστική συγκοινωνία είναι αποδεδειγμένα ανεπαρκής, ενώ μόλις πριν από λίγες ημέρες η πόλη παρέλυσε λόγω μιας χιονόπτωσης, που πολύ απέχει από το να χαρακτηριστεί… χιονοθύελλα.

Με αυτά τα δεδομένα η κατασκευή του μετρό, που ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του 2000, με καθυστέρηση δύο δεκαετιών από την πρώτη εξαγγελία, εμφανίστηκε ως λύση για όλα αυτά τα προβλήματα, έστω για τα περισσότερα. Κανείς, όμως, από τους υπευθύνους δεν μερίμνησε να μη ζήσει η πόλη τον εφιάλτη που βιώνει δέκα χρόνια τώρα. Ένα έργο που θα ολοκληρωνόταν σε τέσσερα – πέντε χρόνια θα κλείσει 15ετία και βλέπουμε! Η ευφορία των εγκαινίων της κατασκευής δεν επέτρεψε στους κατά τεκμήριο πολιτισμένους παράγοντες της πόλης να αντιληφθούν και να προνοήσουν για ότι θα ακολουθούσε. Λες και δεν ήξεραν την ιστορία και τη διαστρωμάτωση της Θεσσαλονίκης! Το παράξενο δεν είναι ότι βρέθηκαν αρχαιότητες στη Βενιζέλου. Η έκπληξη θα ήταν να μη βρεθούν! Η Μοναστηρίου, η Εγνατία, η Δελφών, η Μακεδονίας και συνολικά οι δρόμοι στον άξονα των εργοταξίων του μετρό νέκρωσαν. Στην πράξη δε χύθηκε ούτε ένα δάκρυ για όσους έχασαν εξαιτίας της μεγάλης καθυστέρησης των έργων το μαγαζί τους, την επιχείρηση τους, τη δουλειά τους, την περιουσία τους. Ούτε ένα ευρώ δεν διατέθηκε για την ανακούφιση τους, σε αντιδιαστολή με τα δεκάδες εκατομμύρια που απαιτούνται για το σταθμό της Βενιζέλου. Ούτε μια ουσιαστική δήλωση ή κίνηση συμπάθειας για όσους κινούνται στο κέντρο και ταλαιπωρούνται εξαιτίας της καθυστέρησης των έργων δεν έχει καταγραφεί. Κανένα πραγματικό ενδιαφέρον δεν υπάρχει για τις οικονομικές απώλειες μιας πόλης, που είναι πρωτεύουσα της ανεργίας και μιας αγοράς που επιθυμεί να προσελκύσει ξένους επισκέπτες και τουρίστες, χωρίς να μπορεί ούτε την απρόσκοπτη μετακίνηση από την μία πλευρά της στην άλλη να διασφαλίσει, ούτε την τριτοκοσμική εικόνα των εργοταξίων να καλύψει.

Ασφαλώς η προστασία και ανάδειξη της ιστορικής κληρονομιάς είναι υποχρέωση μιας πολιτισμένης κοινωνίας. Και σαφώς ο πολιτισμός δεν κοστολογείται, όπως ορθώς επεσήμανε ο Γιάννης Μπουτάρης. Μόνο που –ας μας επιτρέψει ο δήμαρχος- πολιτισμός δεν είναι μόνο η ιστορία και τα μνημεία. Είναι κατ’ εξοχήν η οργάνωση, η οχύρωση και η λειτουργικότητα της πόλης. Δηλαδή το επίπεδο της καθημερινότητας των πολιτών που ζουν στην παρούσα φάση του ιστορικού κύκλου στο συγκεκριμένο τόπο. Κι αυτή η καλή, μέτρια ή δύσκολη πραγματικότητα έχει στην… ούγια συγκεκριμένες υπογραφές. 

Συντακτης: Γιώργος Μητράκης
Πηγή: voria.gr