Πέμπτη, 27 Μαΐου 2010

Ομολογία και αιχμές από τον Τ. Μαντέλη . Χαρακτήρισε «εκλογική χορηγία» τα 200 χιλιάδες μάρκα

Φωτιά στο πολιτικό σκηνικό και στα χωράφια του κυβερνώντος κόμματος βάζει η κατάθεση του πρώην υπουργού των κυβερνήσεων Σημίτη, κ. Αν. Μαντέλη, ενώπιον της εξεταστικής επιτροπής της Siemens. Είναι το δεύτερο στέλεχος του ΠΑΣΟΚ, μετά τον Θεόδωρο Τσουκάτο, που παραδέχεται ότι πήρε χρήματα από τη γερμανική εταιρεία, έστω κι αν ο ίδιος τα βάφτισε «εκλογική χορηγία». Πέραν όμως αυτού, στη λογική του «αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων», άφησε να «σέρνεται» η μομφή ότι άλλοι υπουργοί ενδεχομένως να λαδώθηκαν με 10 εκατ. μάρκα και επιχείρησαν να τον καταστήσουν εξιλαστήριο θύμα. Η συγκεκριμένη αναφορά ήταν για να επιβεβαιώσει ότι τουλάχιστον 200.000 μάρκα εμβάστηκαν σε λογαριασμό του κουμπάρου του στην Ελβετία ως εκλογική χορηγία: «Αν μιλούσαμε για μίζες, θα μπορούσαν τα 10 εκατ. μάρκα να είναι μία λογική αμοιβή για έναν υπουργό. Ψάξτε, όμως, ποιος είναι ο ιθύνων νους και ο ανώνυμος πληροφοριοδότης, ο οποίος στις 18/6/08 είπε σε δύο δημοσιογράφους ότι πήρα 10 εκατ., για να μη φανεί ποιοι άλλοι τα έχουν πάρει και προσπαθούν τώρα να ξεπλύνουν τις μίζες στην πλάτη μου», φέρεται να ήταν το πνεύμα της δήλωσης Μαντέλη.
Κίνηση λεονταρισμού
Με άλλα λόγια, «εγώ πήρα τα ψίχουλα, ψάξτε αλλού για τις μίζες». Πρόκειται, ανέφεραν κυβερνητικοί βουλευτές, για κίνηση λεονταρισμού, αφού, αν δεν «βαφτιστεί» η χορηγία ως ξέπλυμα βρώμικου χρήματος, τότε το αδίκημα είναι ήδη παραγεγραμμένο. Πάντως, όταν κλήθηκε να πει πιθανά ονόματα δωροδοκηθέντων, είπε ότι δεν έχει στοιχεία. Ο πρώην υπουργός του ΠΑΣΟΚ, που ώς τώρα από το Αζερμπαϊτζάν, όπου παραδίδει σεμινάρια για τους δημοκρατικούς θεσμούς, εκόπτετο ότι δεν πήρε μίζα από τη Siemens, από χθες συντονισμένα με τον κουμπάρο και φίλο του Γ. Τσουγκράνη, στον λογαριασμό του οποίου μπήκαν τα χρήματα με τον κωδικό AROCOS, όχι απλώς το παραδέχθηκε, αλλά ευθυγραμμίστηκε με τη γραμμή Χριστοφοράκου της τελευταίας περιόδου και προσπάθησε να βαφτίσει τα χρήματα ως «εκλογική χορηγία» και όχι μίζα. Ή έστω, να εκληφθεί η κίνηση ως φορολογικό ή αδίκημα της εκλογικής νομοθεσίας. Ο πρώην υπουργός είπε ότι στα τέλη του '98 του γνωστοποιήθηκε ότι στις επόμενες εκλογές θα ήταν υποψήφιος στη Β΄ Αθηνών, περιφέρεια που απαιτεί τεράστιες δαπάνες που καθιστούν τις απαγορεύσεις της νομοθεσίας ανεφάρμοστες. «Ολοι ξέρετε ότι έτσι γίνεται η δουλειά» φέρεται να είπε στους βουλευτές, όταν εξομολογήθηκε ότι αναζήτησε χορηγούς στο εξωτερικό που να μη θέλουν να φαίνονται, όπως άλλωστε και ο ίδιος. Ετσι τον προσέγγισε η Siemens, (ίσως γιατί ως πρόεδρος του ΟΤΕ το 1988 αποδέχθηκε την κατάργηση της ΕΛΒΗΛ κι ως υπουργός Μεταφορών το 1997 υπέγραψε όλες τις προγραμματικές συμφωνίες του ΟΤΕ, του ΟΣΕ και του ΗΣΑΠ ύψους 1 τρισ. δραχμών) και προθυμοποιήθηκε να τον βοηθήσει. Τα πρώτα 200.000 μάρκα τον Νοέμβριο του 1998 από τα μαύρα ταμεία που διαχειριζόταν ο Ηλίας Γεωργίου, μεγαλοστέλεχος της Siemens, ο κ. Μαντέλης τα θεώρησε επαρκή και δεν έψαξε, όπως είπε, για άλλη χορηγία.Ενάμιση χρόνο αργότερα, τον Φεβρουάριο του 2000, σε προεκλογική αυτή τη φορά περίοδο, από τον ίδιο λογαριασμό (που πάντως ανέγραφε όπως και το πρώτο «αγνώστου προελεύσεως») μπήκαν άλλα 225.000 μάρκα, αλλά ο ίδιος «δεν ήξερε αν ήταν επίσης από τη Siemens, αλλά δεν το έψαξε κιόλας(!)». Κι όμως τα χρήματα που ήταν δήθεν για τις εκλογές, δεν αγγίχτηκαν, αλλά αντιθέτως μέρος τους δόθηκε για τις σπουδές του γιου του πρώην υπουργού και τα υπόλοιπα, όταν το 2007 ξέσπασε ο θόρυβος για το σκάνδαλο και υπήρξε προειδοποίηση των ελβετικών αρχών ότι θα ανοίξουν επίμαχοι λογαριασμοί, τα 163.800 ευρώ που απέμεναν, επέστρεψαν στην Ελλάδα. Ο κ. Μαντέλης φέρεται να υπερασπίστηκε τις προγραμματικές συμφωνίες, αν και «έδειξε» τον τότε διευθύνοντα σύμβουλο του ΟΤΕ κ. Π. Λάμπρου, ως συντάκτη της σύμβασης 8002, ενώ χαρακτήρισε τον εκάστοτε υπουργό Οικονομικών τον απόλυτο άρχοντα σε διορισμούς στελεχών. Σε ερώτηση του κ. Δ. Παπαδημούλη, αν θα επέστρεφε τα χρήματα στη Siemens, αφού δεν τα χρησιμοποίησε στις εκλογές, περιορίστηκε να πει απλώς: «Ότι πει η Δικαιοσύνη».
Σε κοινή γραμμή με τον... κουμπάρο
Απολύτως συντονισμένοι ήρθαν στη Βουλή ο πρώην υπουργός κ. Αν. Μαντέλης και ο κουμπάρος του κ. Γ. Τσουγκράνης, με την απόφαση ότι το τροπάρι αλλάζει και είναι δεδομένη η παραδοχή. Μόνο που μετά τη δίωρη και πλέον εξέταση του κ. Τσουγκράνα και την εξάωρη σχεδόν του πρώην υπουργού, το διακομματικό ερώτημα έμεινε αναπάντητο: Είναι δυνατόν ο πρώτος να μην έχει κληθεί ποτέ ώς τώρα από τη Δικαιοσύνη και για τον δεύτερο, με βεβαιωμένη τουλάχιστον από τον περασμένο Φεβρουάριο την ταυτοποίηση εισροής χρημάτων από τα μαύρα ταμεία της Siemens, να μην έχει έλθει η δικογραφία αμελλητί στη Βουλή; Εκείνο, πάντως, που παραμένει επίσης ανεξήγητο, είναι η αρχική διάψευση από τον κ. Τσουγκράνη ότι γνώριζε ποιος έβαλε τα χρήματα στον λογαριασμό του υπουργού. Σφίγγα έμεινε περί τις δύο ώρες και μόνον, όταν ανακριτής ήταν ο βουλευτής του ΚΚΕ κ. Θαν. Παφίλης του απάντησε με τη μεγαλύτερη άνεση, ότι «όπως μου είπε ο Μαντέλης τα πρώτα 200.000 μάρκα ήταν εκλογική χορηγία της Siemens». Είχε προηγηθεί υψηλών τόνων αντιπαράθεση με τον βουλευτή, όταν του είπε ότι δεν τον ένοιαξε και δεν έψαξε ο ίδιος από πού ήρθαν τα χρήματα. «Και τα υπόλοιπα 225.000 μετά ενάμιση χρόνο;». «Πάλι από τη Siemens, φαντάζομαι», ήταν η απάντηση του μάρτυρα. Πριν από την κατάθεσή του πάντως, μιλώντας στους δημοσιογράφους, απέδωσε «αφέλεια» ή «αστοχία» στον πρώην υπουργό, κρίνοντας επίσης, ότι «τον έμπλεξε χωρίς να το θέλει».
Του Φ. Καλλιαγκοπουλου «Καθημερινή»
..Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ εταιρεία Ζίμενς μετείχε το 1997 σε κοινοπραξία με τα Ελληνικά Ναυπηγεία για την προμήθεια μέσω προγραμματικών συμφωνιών υπερσύγχρονων ολοκαίνουργιων ηλεκτραμαξών του ΟΣΕ. Πρόκειται για μια προμήθεια περίπου 100 ηλεκτροκίνητων βαγονιών και 30 ηλεκτροκίνητων μηχανών έλξεως, αξίας 235 εκατ. ευρώ, τα οποία παρέμεναν ακινητοποιημένα για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα στις εγκαταστάσεις του ΟΣΕ στη Θεσσαλονίκη, καθώς τα έργα ηλεκτροκίνησης του δικτύου έχουν καθυστερήσει σημαντικά. Για τις προγραμματικές συμφωνίες του ΟΣΕ, ο πρώην ισχυρός άνδρας της Ζίμενς Μάρτιν Σίκατσεκ παραδέχεται στις καταθέσεις του ότι έδωσε χρήματα από τα μαύρα ταμεία της εταιρείας. Σημειώνει χαρακτηριστικά ότι οι μίζες δόθηκαν αρχικά από τον τομέα των τηλεπικοινωνιών και όχι από τον τομέα των τρένων, τριάμισι χρόνια πριν η Ελλάδα μπει στην τελική ευθεία των Ολυμπιακών Αγώνων, δηλαδή περίπου στα τέλη του 1999 με αρχές του 2000. Οι συνολικά οκτώ προγραμματικές συμφωνίες (στις 4 συμμετείχε και η Ζίμενς) ενεργοποιήθηκαν τον Δεκέμβριο του 1999, επί εποχής Τάσου Μαντέλη..

«ΤΑ ΝΕΑ»